Με την πρώτη ματιά, η επιλογή φαίνεται προφανής: ένα σύστημα που αποδίδει +80% τον χρόνο είναι καλύτερο από ένα που αποδίδει +15%. Αλλά αυτή η σκέψη αγνοεί το κρίσιμο μισό της εξίσωσης: το ρίσκο.
Φανταστείτε δύο εκδόσεις της ίδιας στρατηγικής. Η πρώτη στοχεύει +80% τον χρόνο, αλλά με μέγιστο drawdown 57% — δηλαδή σε κάποια στιγμή ο λογαριασμός μπορεί να χάσει πάνω από τον μισό εαυτό του πριν ανακάμψει. Η δεύτερη στοχεύει +15%, με drawdown μόλις 9%.
Ποια είναι «καλύτερη»; Εξαρτάται εξ ολοκλήρου από εσάς. Η πρώτη απαιτεί τεράστια ψυχολογική αντοχή και κεφάλαιο που μπορείτε να αντέξετε να δείτε να μισεύει. Η δεύτερη είναι πολύ πιο ομαλή, αλλά με χαμηλότερη απόδοση.
Το λάθος των αρχαρίων: επιλέγουν την υψηλή απόδοση, νιώθουν δυνατοί στις καλές περιόδους, και μετά εγκαταλείπουν πανικόβλητοι στο πρώτο μεγάλο drawdown — κλειδώνοντας τη ζημιά. Στην πράξη, βγάζουν λιγότερα από όσα θα έβγαζαν με τη «βαρετή» έκδοση, την οποία θα είχαν αντέξει να κρατήσουν.
Γι' αυτό μια σοβαρή προσέγγιση δεν προσφέρει «ένα» νούμερο, αλλά διαφορετικά προφίλ ρίσκου της ίδιας στρατηγικής. Το ζητούμενο δεν είναι το μέγιστο κέρδος — είναι η αντιστοίχιση του ρίσκου με την προσωπική σας ανοχή, ώστε να μείνετε στο παιχνίδι.